Σκέψεις για τη βιωσιμότητα

 

Η βιωσιμότητα δεν είναι ένα καθαρά τεχνικό ζήτημα ανεξάρτητο από την πολιτική, και το ίδιο ισχύει για την αρχιτεκτονική που εκφράζει τις κοινωνικές σχέσεις και προτεραιότητες με υλικά μέσα. Στο παρόν κείμενο, υπογραμμίζονται αντιφάσεις που υπονομεύουν την ουσιαστική αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων και έτσι εμποδίζουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα.

 

Η περιβαλλοντική κρίση αποτελεί ένα σοβαρό ζήτημα εδώ και δεκαετίες, από τότε που τα πρώτα συμπτώματά της έγιναν αντιληπτά από διάφορους ερευνητές. Ωστόσο οι αρνητικές επιπτώσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας αναγνωρίστηκαν από το ευρύ κοινό μόλις πρόσφατα, οδηγώντας στην ανάληψη δράσης από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα.

Ταυτόχρονα όμως, η ταχεία οικονομική ανάπτυξη που αποβλέπει στη διαρκή διόγκωση εντείνει την επιβάρυνση του περιβάλλοντος, αναιρώντας τα θετικά επιτεύγματα των πράσινων πολιτικών.

Για πόσο θα μπορούμε να συνεχίζουμε έτσι; Μπορούν οι υλιστικοί στόχοι μας να συνυπάρξουν με τους φυσικούς περιορισμούς, ή θα χρειαστεί αναπόφευκτα να αναθεωρήσουμε τις προτεραιότητές μας κάποια στιγμή; Πιο κάτω εξετάζονται μερικές τρέχουσες τάσεις για να δούμε πού μπορεί να μας οδηγήσουν στο μέλλον.

 

Η σχέση ΕΠΑΤ

Ο Paul Ehrlich επινόησε τη σχέση ΕΠΑΤ στη δεκαετία του 1970 για να παρουσιάσει τους βασικούς συντελεστές της υποβάθμισης του περιβάλλοντος λόγω της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η σχέση αυτή εκφράζει τις πολλαπλα­σια­στικές επιπτώσεις (Ε) του πληθυσμού (Π), της αφθονίας (Α) και της τεχνολογίας (Τ) στο περιβάλλον:

Ε = Π x Α x Τ ή Ε=ΠΑΤ.

Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις (Ε) μπορεί να αναφέρονται στην ελάττωση των φυσικών πόρων, τη ρύπανση, ή τη συσσώρευση απορριμμάτων. Ο πληθυσμός (Π) είναι το συνολικό πλήθος των ατόμων, η αφθονία (Α) αναφέρεται στη κατά κεφαλή κατανάλωση αυτών των ατόμων, η δε τεχνολογία (Τ) περιλαμβάνει τις διαδικασίες που εφαρμό­ζονται για τη μετατροπή φυσικών πόρων σε υλικά αγαθά και απορρίμματα ανά μονάδα κατανάλωσης.

 

Τι μας δείχνει η σχέση ΕΠΑΤ

Η σχέση ΕΠΑΤ εκφράζει πολύ απλά ορισμένες αλληλένδετες αναγκαιότητες: Με δύο λόγια δείχνει ότι για να περιορίσουμε τις βλαβερές επιπτώσεις μας στο περιβάλλον θα πρέπει να μειώσουμε τον αριθμό μας ή / και την αφθονία μας. Αν θέλουμε να συνεχιστεί η άνοδος και των δύο παραμέτρων, τότε θα πρέπει να βελτιώσουμε ανάλογα την περιβαλλοντική αποτελεσματικότητα της τεχνολογίας μας. Επιπλέον, υπογραμμίζει ότι η όποια τεχνική πρόοδος στην επίλυση των περιβαλλοντικών προβλημάτων μπορεί να αναιρεθεί από την αύξηση του πληθυσμού ή της ατομικής ευμάρειας.

 

Τρέχουσες τάσεις

Πληθυσμός, οικονομία, επίπεδο διαβίωσης, μελλοντικές προσδοκίες, όλα είναι σε άνοδο, αυξάνοντας τις επιπτώσεις μας στο περιβάλλον. Μπορούν να συνεχίσουν έτσι χωρίς να φτάσουμε στα όρια της βιοχωρητικότητας του πλανήτη μας; Οι τρέχουσες στατιστικές δεν εμπνέουν αισιοδοξία για το μέλλον:

Πληθυσμός

Ο παγκόσμιος πληθυσμός είναι σήμερα 6.7 δισεκατομμύρια, με ετήσια αύξηση 1.16%[1]. Με τέτοιο ρυθμό, το πλήθος των ανθρώπων θα γίνει σχεδόν τριπλάσιο ως το τέλος του αιώνα, φτάνοντας τα 19 δισεκατομμύρια (Διάγραμμα 1).

 

Η εξέλιξη αυτή ενισχύεται από την άνοδο του προσδόκιμου ζωής στη γέννηση: ο παγκόσμιος μέσος όρος είναι σήμερα περίπου 66 χρόνια με αυξητικές τάσεις, ενώ σε μερικές χώρες έχει ξεπεράσει τα 80 χρόνια [ως άνω]. Τα περισσότερα μελλοντικά σενάρια για τον πληθυσμό προβλέπουν επιβράδυνση της αύξησης του πληθυσμού, αλλά δεν είναι πολύ σαφές πώς θα επιτευχθεί αυτό. Μήπως η αποδιοργάνωση των υπηρεσιών υγείας θα επαναφέρει τη μέση διάρκεια ζωής στα 30-40 χρόνια όπως το 1900; Μήπως θα ελεγχθούν οι γεννήσεις παρά τις θρησκευτικές αντι­δράσεις, όπως συμβαίνει ήδη σε πολλές αναπτυγμένες χώρες; Μήπως οι λιμοί, οι επιδημίες, και οι πόλεμοι συγκρατήσουν τον αριθμό των ανθρώπων υπό έλεγχο όπως έκαναν στο μακρινό παρελθόν;

Αφθονία

Οι μελλοντικές γενιές, είτε ζώντας λιγότερα χρόνια και σε συνθήκες αδιαχώρητου, είτε περισσότερα αλλά με λιγότερα παιδιά τριγύρω, θα είναι πλουσιότερες. Στην αυγή του 21ου αιώνα, το παγκόσμιο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν ανέρχεται με ετήσιο ρυθμό 3.6%[2], ήτοι διπλασιάζεται κάθε 20 χρόνια περίπου. Αν συνεχιστεί αυτή η άνοδος, στο τέλος του αιώνα το παγκόσμιο ΑΕΠ θα είναι κάπου 25 φορές μεγαλύτερο από το σημερινό (Διάγραμμα 2). Αλλά το ΑΕΠ συνδέεται με παραγωγή και κατανάλωση. Συνεπώς η ζήτηση για ενέργεια, νερό, τροφή, και πρώτες ύλες, καθώς και η παραγωγή απορριμμάτων και λυμάτων, θα ακολουθεί την ανοδική πορεία του ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, αν η οικονομική ανάπτυξη συνεχιστεί όπως σήμερα, το έτος 2100 η επακόλουθη περιβαλλοντική επιβάρυνση θα είναι κάπου 25 φορές ισχυρότερη από σήμερα.

 

Σε πείσμα τέτοιων εξωφρενικών τάσεων, συνεχίζουμε να προάγουμε το υλιστικό μοντέλο σε παγκόσμια κλίμακα. Ο καταναλωτισμός αποτελεί τη κινητήρια δύναμη σχεδόν όλων των οικονομιών και καθοδηγεί δισεκατομμύρια ανθρώπους, πλούσιους και φτωχούς. Τα υλικά αγαθά είναι το κριτήριο καταξίωσης, προσωπικής και κοινωνικής. Μετράμε επίσημα την αφθονία με βάση τα αυτοκίνητα ανά 1000 άτομα, τις τηλεοράσεις, ή τις συνδέσεις DSL. Οικτίρουμε την Κούβα γιατί δεν έχει πολλά κινητά τηλέφωνα, ωστόσο παρα­βλέπουμε τη χαμηλή βρεφική θνησιμότητά της. Συμπεριλαμβάνουμε φάρμακα, ακόμη και φέρετρα, στο ΑΕΠ, λες και η αύξησή τους υποδηλώνει μια καλύτερη κοινωνία. Και τα υψηλά ποσοστά αυτοκτονιών και φυλακι­σμένων δεν μειώνει την ελκυστικότητα εκείνων των κρατών που διαφημίζονται παγκοσμίως ως “πρότυπες κοινωνίες”.

Αν υποθέσουμε ότι η υλιστική ψύχωση κυριεύει όλο τον πλανήτη και κάνουμε προβολή στο μέλλον, φτάνουμε σε απίστευτα νούμερα. Για παράδειγμα, η Κίνα και η Ινδία με 2.3 δισεκατομμύρια πληθυσμό είναι δύο χώρες με γοργή ανάπτυξη που οι άλλες αναπτυσσόμενες χώρες επιδιώκουν να μιμηθούν. Το 2002 αυτοί οι δύο γίγαντες είχαν μόλις 15 εκατομμύρια αυτοκίνητα, ή 6 ανά 1000 άτομα[3]. Όταν φτάσουν την αναλογία των ΗΠΑ του 2007 (468 ανά 1000 άτομα)[4], τότε θα έχουν περισσότερα από ένα δισ. αυτοκίνητα, δηλαδή τα διπλάσια αυτοκίνητα απ’ όσα κατασκευάστηκαν σε ολόκληρο τον πλανήτη στα τελευταία 9 χρόνια (Διάγραμμα 3).

Ένα άλλο παράδειγμα μελλοντικών υπερβολών είναι η ηλεκτρική ενέργεια: Στα τελευταία 20 χρόνια η παγκόσμια παραγωγή ηλεκτρισμού αυξάνεται με ετήσιο ρυθμό 3% (Διάγραμμα 4). Αυτό σημαίνει ότι κάθε 23 χρόνια θα πρέπει να διπλασιάζουμε το δυναμικό των σταθμών ηλεκτρο­παρα­γωγής. Το έτος 2100 θα πρέπει να παράγουμε 15πλάσιο ηλεκτρισμό απ’ ότι σήμερα, με ή χωρίς ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Τεχνολογία

Υπάρχει πληθώρα ενδείξεων ότι οι επιπτώσεις μας στον πλανήτη είναι ήδη μεγάλες. Επομένως είναι δύσκολο να περιμένουμε ότι το περιβάλλον θα μπορεί στο μέλλον να αντέξει 25 ή 15πλάσια πίεση από σήμερα -ίσως ούτε καν διπλάσια.

Είναι λοιπόν φυσικό το ότι έχουμε αρχίσει να αναζητούμε τεχνικές λύσεις που θα εξισορροπήσουν τις καταστροφικές συνέπειες της ανόδου του πληθυσμού και της κατανάλωσης. Έτσι, αυξάνεται σταθερά η έρευνα και οι εφαρμογές προς αυτή την κατεύθυνση: καθαροί κινητήρες, ανακύκλωση, περιορισμός καυσαερίων, έξυπνα υλικά, γενετικά μεταλλαγ­μένοι οργανισμοί, ανανεώσιμη ενέργεια, κ.λπ. Μέχρι τώρα τα σχετικά αποτελέσματα είναι περισσότερο ελπιδοφόρα παρά αποτελεσματικά. Ελπίζουμε ότι θα υπάρξουν σημαντικές επινοήσεις σε αρκετούς ζωτικούς τομείς (ενέργεια, γεωργία, διάθεση αποβλήτων, κ.λπ.) που θα μας επιτρέψουν να συνεχίσουμε τον υλιστικό τρόπο ζωής μας με περιορισμένο περιβαλλοντικό κόστος. Και συνεχίζουμε να αναζητούμε οικολογικούς τρόπους για να ικανοποιήσουμε την ανοδική ζήτηση αντί να την περιορίσουμε.

 

Αντιφάσεις

Όμως έχουμε άφθονα παραδείγματα που δείχνουν ότι αυτές οι προσπάθειες υπονομεύονται από την ακόρεστη όρεξή μας για περισσότερα:

  • Εφευρίσκουμε πιο οικονομικούς και καθαρούς κινητήρες, αλλά παράγουμε όλο και περισσότερα αυτοκίνητα.
  • Οι πόλεις μας απλώνονται κι έτσι κάνουμε όλο και πιο μεγάλες διαδρομές με αυτά τα αυτοκίνητα. Και καθώς πληθαίνουν οι καθημερινές δραστηριότητές μας, τα οδηγούμε όλο και πιο συχνά.
  • Κτίζουμε σπίτια που καταναλώνουν λιγότερη ενέργεια ανά τετραγωνικό μέτρο. Αλλά τα κτίζουμε πιο μεγάλα και πιο πολλά – και επιπλέον για λιγότερα άτομα το καθένα, αφού το μέσο μέγεθος των νοικοκυριών μειώνεται. Άραγε μειώνουμε έτσι τη κατανάλωση ενέργειας ανά ένοικο;
  • Κατασκευάζουμε πιο αποτελεσματικά συστήματα θέρμανσης, αλλά ανεβάζουμε τον θερμοστάτη: η θερμοκρασία άνεσης ήταν στους 18°C πριν μερικές 10ετίες, όμως σήμερα ξεπερνά συχνά τους 22°C.
  • Έχουμε πλέον λαμπτήρες χαμηλής κατανάλωσης, αλλά χρησιμοποιούμε εκατομμύρια από αυτούς μόνο και μόνο για να φωτίσουμε τους άδειους δρόμους τη νύχτα.
  • Τα ενεργοβόρα κλιματιστικά εξαπλώνονται ραγδαία αφού οι απλοί ανεμιστήρες δεν επαρκούν για να δροσίσουμε τους γυάλινους πύργους μας. Και μάλιστα βάζουμε τον θερμοστάτη χαμηλά, έχοντας τα παράθυρα ανοιχτά ή όταν απουσιάζουμε.

Αυτά είναι μερικά μόνο παραδείγματα που δείχνουν ότι η εξοικονόμηση ανά μονάδα αναιρείται από την υψηλότερη συνολική ποσότητα, καθώς και ότι η τεχνολογική πρόοδος ακυρώνεται από τη σημερινή αντίληψη της άνεσης.

Για να χρησιμοποιήσουμε όρους της σχέσης του Ehrlich, η ελάτ­τωση του “Τ” εξουδετερώνεται από την αύξηση του “Α”.

 

Έξοδοι κινδύνου

Όμως ζούμε σε ένα πεπερασμένο πλανήτη, και συνεπώς με τη συνεχή επέκταση θα φτάσουμε κάποια στιγμή στην πλάτη μας. Αν επιμείνουμε στην υψηλή διάρκεια ζωής χωρίς έλεγχο γεννήσεων, και ταυτόχρονα σε ετήσια ανάπτυξη κατά 3.6%, τότε η τεχνολογία μας στο τέλος του αιώνα θα πρέπει να έχει γίνει εξαιρετικά πιο φιλική προς το περιβάλλον από σήμερα -κι αυτό μόνο για να διατηρήσουμε τον περιβαλλοντικό αντίκτυπό μας στο σημερινό επίπεδο.

Πόσο αισιόδοξος μπορεί να είναι κανείς ότι θα καταφέρουμε να πετύχουμε κάτι τέτοιο; Μήπως η τυφλή εμπιστοσύνη στη τεχνολογία μοιάζει με κάποιον παχύσαρκο που επιδιώκει να χάσει βάρος παίρνοντας χάπια χωρίς όμως να περιορίζει τη δίαιτά του; Και τι θα κάνουμε αν δεν συμβούν τέτοια τεχνο­λογικά θαύματα και η παράμετρος “Τ” στη σχέση ΕΠΑΤ αδυνατεί να ισοφαρίσει την απειλητική άνοδο του “Π” ή / και του “Α”; Υπάρχουν άραγε εναλλακτικές λύσεις και πόσο εφικτές είναι;

Μείωση “Π”

Μέχρι σήμερα ακολουθούμε τη Βιβλική εντολή “Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και γεμίσατε την γην και κυριεύσατε αυτήν, και εξουσιάζετε επί των ιχθύων της θαλάσσης και επί των πετεινών του ουρανού και επί παντός ζώου κινουμένου επί της γης”. Μπορούμε άραγε να βρούμε ένα συστηματικό τρόπο για να μειώσουμε τον αριθμό μας πριν προκαλέσουμε την εξαφάνιση “παντός ζώου” εκτός από εμάς;

Το να ελαττώσουμε τη μέση διάρκεια ζωής δεν είναι αποδεκτή λύση βέβαια. Αντί να καταφύγουμε στην ευθανασία μεγάλης κλίμακας (από ανθρωπογενή ή φυσικά αίτια), ο έλεγχος των γεννήσεων είναι η εύλογη επιλογή. Χώρες όπως η Κίνα έχουν υιοθετήσει αποτελεσματικές μεθόδους σε αυτή τη κατεύθυνση, και σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες οι γεννήσεις μειώνονται, κυρίως από οικονομικά αίτια. Αντίθετα σε πολλά μέρη του κόσμου το ζήτημα εκκρεμεί, για πρακτικούς ή ηθικούς λόγους.

Μείωση “Α”

Ωστόσο η ταχύτητα αύξησης του πληθυσμού (1.16%) είναι μόλις το 1/3 της ανόδου της οικονομίας (3.6%). Συνεπώς οι βλαβερές επιπτώσεις της αφθονίας μας θα πληθύνουν ταχύτερα από εκείνες του υπερπληθυσμού στις προσεχείς δεκαετίες. Ίσως θα πρέπει να μη συγχέουμε άλλο την “ανάπτυξη” με τη “διόγκωση” και να αρχίσουμε μια δίαιτα. Αλλά πόσο εύκολο είναι να αποδεχτούμε ένα τρόπο ζωής που βασίζεται στη λιγότερη κατανάλωση όταν κατηχού­μαστε επίμονα να επιδιώκουμε περισσότερα;

Ο καταναλω­τισμός είναι ένας ιδιαίτερα διαδεδομένος εθισμός που στηρίζει τις σημερινές οικονομίες της διόγκωσης. Και κάθε επιβράδυνση του δείκτη ανάπτυξης ξεσηκώνει τους οικονο­μολόγους ως ένδειξη μιας εντελώς ανεπιθύμητης και επικίν­δυνης “ύφεσης”. Εφόσον η επέκταση του καταναλωτισμού είναι σαν οξυγόνο για το κυρίαρχο οικονομικό σύστημα, είναι μάλλον δύσκολο να ακολουθήσουμε μια πορεία μηδενικής ανάπτυξης. Αντίθετα, η πλύση εγκεφάλου τύπου “Ξόδεψε περισσότερα” φαίνεται να έχει εξελιχθεί σε πολύτιμο εργαλείο κοινωνικής χειραγώγησης, και η κατανάλωση έχει μετατραπεί σιωπηλά σε ένα βασικό ανθρώπινο δικαίωμα, ίσως πιο σημαντικό από άλλα. Οι “καταναλωτές” έχουν αντικαταστήσει τους “πολίτες” και τους “συντρόφους”, το δε δελτίο στη διανομή αγαθών είναι μια διαβολική “ανελεύθερη” ιδέα. Και αφήνουμε τους νόμους της αγοράς να ρυθμίζουν την παραγωγή και διανομή αγαθών προς μεγάλη χαρά των ολίγων και προς μεγάλη απελπισία των πολλών.

Πράσινες παρωδίες;

Παρ’ όλα αυτά, η “βιωσιμότητα” και οι “κλιματικές αλλαγές” έχουν γίνει κλισέ στις ειδήσεις, κάνοντας όλο και περισσό­τερους να συνειδητοποιούν τους κινδύνους που συνοδεύουν τη “κοινωνία της αφθονίας”.

Έτσι η αγορά μεταμφιέζεται προσθέτοντας μια “πράσινη” χροιά στον καταναλωτισμό. Τώρα έχουμε βιοκλιματικές βίλλες και ουρανοξύστες, πράσινες εταιρείες πετρελαίου και αυτοκίνητα φιλικά προς το περιβάλλον, αντισταθμίσεις CO2 στα αεροπορικά ταξίδια και βιολογικά λαχανικά που τα φέρνουν jumbo από μακριά, πλήθος ηλεκτρικών συσκευών χαμηλής κατανάλωσης και κλιματιστικά χωρίς χλωρο­φθο­ράνθρακες, οικολογικές σακούλες στα σουπερμάρκετ και εμπορικούς καταλόγους σε ανακυκλωμένο χαρτί. Με δυο λόγια προβάλλουμε οτιδήποτε δείχνει περιβαλλοντική συνείδηση ώστε να ελαφρύνομε τις οικο-ενοχές μας, χωρίς όμως να βλάψουμε τη καθιερωμένη αγορά. Αυτά θα ήσαν πραγματικά καλές πρακτικές αν ο βαθύτερος στόχος ήταν ο περιορισμός του καταναλωτισμού αντί για ένα μερίδιο στην ανερχόμενη πράσινη αγορά.

Επιπλέον φαίνεται ότι παραβλέπουμε το γεγονός ότι δεν έχουν όλα μας τα προβλήματα άμεση σχέση με την ενέργεια ή το CO2. Για παράδειγμα, μήπως η απεριόριστη και καθαρή ενέργεια θα λύσει τους κυκλοφοριακούς εφιάλτες στις πόλεις μας; Θα σταματήσει την αποψίλωση του Αμαζονίου; Θα ξαναφέρει νερό στη λίμνη Αράλ της Κεντρικής Ασίας; Και θα διευκολύνει τις χωματερές να χωνέψουν τα τρισεκατομμύρια πλαστικές σακούλες;

 

Σχετικα
σχολιαστε