Μελέτη φωτισμού εκθεσιακών χώρων & μουσείων
Για ευρύτερους οικολογικούς λόγους απαιτείται η ενσωμάτωση της αειφορικότητας στο σχεδιασμό των κατασκευών, με την επιλογή κατάλληλων υλικών και την εξοικονόμηση ενέργειας για τη συλλογή, επεξεργασία και οικοδόμησή τους, καθώς και τη δημιουργία χώρων, που να είναι ικανοί, με την ελάχιστη δυνατή κατανάλωση ενέργειας, να παρέχουν ποιοτική διαβίωση.
Η κατάλληλη διαμόρφωση του κελύφους και του εσωτερικού ενός εκθεσιακού χώρου (μόνιμου είτε περιοδικού) ορίζει άμεσα τη σχέση του Φυσικού με τον Τεχνητό φωτισμό (Φ/Τ-Φ). Η σχέση αυτή είναι δυναμική και κάνει αδύνατη την καταγραφή και παρουσίαση βέλτιστων διατάξεων. Επίσης, η πιθανότητα ουσιαστικής χρησιμοποίησης του Φ/Τ-Φ τόσο σε υπάρχοντα όσο και σε νέα κτίρια αυξάνει την ποικιλία των σημαντικών παραμέτρων, που κατά περίσταση οδηγούν στην πλέον αποδεκτή λύση. Στο πλαίσιο της ευρύτερης εξοικονόμησης ενέργειας στα δημόσια κτίρια με τη χρήση νέων τεχνολογιών αλλά και με στόχο την παροχή βέλτιστων συνθηκών φυσικού / τεχνητού φωτισμού το ενδιαφέρον εστιάζεται στην παρουσίαση βασικών παραμέτρων του συστήματος που αποτελείται από τα παρακάτω μέλη:
Φυσικό / τεχνητό φως, Έκθεμα, Εκθεσιακός χώρος / μουσείο
Ορισμοί
Το Μουσείο ορίζεται ως χώρος συνάντησης τόσο του εξειδικευμένου κοινού όσο και του απλού επισκέπτη με σκοπό την αξιολόγηση και διερεύνηση των χαρακτηριστικών ιδιοτήτων των εκθεμάτων. Εκτός της εκπαιδευτικής του διάστασης το εργαλείο αυτό μετάδοσης γνώσης είναι ταυτόχρονα και χώρος συνεύρεσης, κοινωνικής επαφής και πολιτιστικής ανταλλαγής. Ένα Σύγχρονο Μουσείο Τέχνης έχει επίσης ως κύρια αποστολή τη δημιουργία “εργαστηρίου” αναζήτησης μέσων έκφρασης των καλλιτεχνών και την οργάνωση του τρόπου αλληλοεπίδρασης των δημιουργιών τους με το κοινό. Τέλος, ίσως το πιο δύσκολο έργο ενός Σύγχρονου Μουσείου Τέχνης είναι να αντεπεξέλθει στα μέσα και στους τρόπους έκφρασης της Τέχνης του “Αύριο”. Τα Εκθέματα, λόγω της καλλιτεχνικής αξίας, αποτελούν υπερτοπικό πόλο έλξης και πολιτικής / πολιτιστικής αναφοράς (τέχνη, αρχιτεκτονική). Εκτός από την παρουσίαση του πρωτότυπου υπάρχουν τις περισσότερες φορές “installations” με σύγχρονα πολυμέσα (multimedia) που αναζητούν την άμεση αλληλοεπίδραση (interaction) από τοπικούς και υπερτοπικούς αποδέκτες (real and virtual visitors, real and virtual museum tours). Το Φως ως φυσικό φαινόμενο (Φυσικό Φως) με τις συγκεκριμένες ιδιότητες του γεωγραφικού πλάτους και του μικροκλίματος (Τεχνητό Φως) με το συνδυασμό φωτιστικής πηγής ανακλαστήρα, εκπέμπεται από τον ουράνιο θόλο / φωτιστικό προς (και περιβάλλει είτε εμπεριέχεται) την τοποθεσία το κτίσμα και τα εκθέματα. Παράλληλα το Φως σαν νοηματική αναφορά εκπέμπεται από τα εκθέματα προς το χώρο που τα περιβάλλει τόσο σε τοπικό όσο και σε υπερτοπικό επίπεδο. Το Μουσείο, τα Εκθέματα και το Φως (Φυσικό και Τεχνητό) οφείλεται να αντιμετωπίζονται σαν αδιαίρετο σύνολο.
Φως – Συντήρηση εκθεμάτων
Είναι σημαντική η ανάδειξη αλλά και η συντήρηση των ευαίσθητων εκθεμάτων από την UV ακτινοβολία (του φυσικού και του τεχνητού φωτισμού) και την θερμότητα (ακτινοβολία IR) με κατάλληλα φίλτρα τόσο στα ανοίγματα όσο και στα φωτιστικά σώματα. Ισχύουν τα πρότυπα της IESNA και του CIBSE (Lighting Guide No8), όπως και της CIE1.
Φως – Φωτιστικά / Συστήματα Ελέγχου
Τα φωτιστικά οφείλουν να καλύπτουν θέματα “ασφαλείας”, “χρήσης” και “ανάδειξης”, ενώ τα επίπεδα φωτισμού και η διανομή φωτισμού να ακολουθούν τα διεθνή και ευρωπαϊκά standards. Τα φωτιστικά σώματα να είναι υψηλών προδιαγραφών με UV/IR filters, όταν απαιτείται. Ιδιαίτερα τα εξωτερικά θα είναι υψηλής αντοχής σε βαριά χρήση (inox, aluminium, safety glass) και βανδαλισμούς (20-25 Joule κρούση) και γενικό δείκτη προστασίας ΙΡ65 (τα ενδοδαπέδια με IP67) και να υπακούουν σε υψηλές προδιαγραφές π.χ., BSI, CE, EN60598, VDE, IMQ κ.λπ. Οι λαμπτήρες να είναι υψηλής απόδοσης (halogen, fluorescent, metal halide, sodium vapour) για εξοικονόμηση ενέργειας και εύκολη συντήρηση. Προτείνονται σύγχρονα συστήματα ελέγχου με δυνατότητα απορρόφησης τεχνολογικών εξελίξεων (Instabus EIB) και σύνδεση με το κεντρικό BMS για τη δημιουργία προγραμματισμένων σεναρίων και τοπικού και συνολικού χειρισμού μέσω ΗΥ.
Η Ομάδα Μελέτης
Ο αρχιτέκτονας, ο επιμελητής της συλλογής του μουσείου (curator, ρόλο που παίζει συνήθως ο διευθυντής του μουσείου), και ο σύμβουλος φωτισμού είναι συναρμόδιοι για τη βέλτιστη παροχή “ποιοτικού” χώρου για τη μετάδοση γνώσης, ανάδειξης και προστασίας του αρχιτεκτονήματος και των εκθεμάτων, και στην παροχή περιβάλλοντος υψηλών προδιαγραφών για κοινωνική συνεύρεση. Οι μέχρι τώρα αναλυτικές και αποσπασματικές μέθοδοι πρόβλεψης περιβαλλοντικών ιδιοτήτων του κτιριακού / πολεοδομικού χώρου, που έχουν αναπτυχθεί, έχουν απομονώσει και αποδομήσει τις πολυεπίπεδες παραμέτρους, που συνιστούν την “αρχιτεκτονική δημιουργία”. Έτσι, αυτή έχει μετατραπεί σε απλή συλλογή και άθροιση στοιχείων, που εισηγούνται ειδικοί, από τους οποίους απουσιάζει η συνολική τους εποπτεία. Τόσο στις σχολές όσο και στον επαγγελματικό χώρο, που αφορά την κατασκευή, οι μελετητές αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της επικοινωνίας ανάμεσα σε διαφορετικές ειδικότητες, που αφορούν ανεξάρτητες αλλά αλληλοσυνδεόμενες περιοχές γνώσης. Σε μια εποχή αυξανόμενης εξειδίκευσης, υπάρχει αναγνωρισμένη ανάγκη για την αλληλοσυσχέτηση αυτών των περιοχών γνώσης. Οι εκθεσιακοί χώροι και τα μουσεία δεν είναι απλά “καλές αποθήκες”, όπως αρκετοί ισχυρίζονται. Η καταστροφή ενός εκθέματος κυρίως από την υπεριώδη ακτινοβολία (UV, 320-400nm, ανεκτό όριο 75μW/lm) είναι δεδομένη από τη στιγμή που το έκθεμα βλέπει το φως (Φυσικό, Τεχνητό). Η προσπάθεια των παραπάνω μελετητών είναι η ελαχιστοποίηση αυτής της καταστροφής με την επιλογή των κατάλληλων φωτιστικών και λαμπτήρων, τη χρήση φίλτρων και τον έλεγχο του χρόνου έκθεσης των υλικών των φωτοευαίσθητων εκθεμάτων (χρωστικές ύλες, ύφασμα, χαρτί, ξύλο, οργανικά υλικά, βερνίκια, κόλλες, κερί κ.λπ.) για την ελαχιστοποίηση της φωτοχημικής αλλοίωσής τους. Τόσο όσον αφορά στον τεχνητό φωτισμό αλλά ακόμη περισσότερο στο φυσικό φωτισμό, η συνεργασία του αρχιτέκτονα και του επιμελητή της συλλογής με τον σύμβουλο φωτισμού είναι αρκετά σημαντική, από τα αρχικά στάδια του σχεδιασμού, όπου οι αλλαγές είναι εφικτές και πιθανά προβλήματα αντιμετωπίζονται οικονομικότερα.




