Η επόμενη ημέρα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας βρίσκεται στο επίκεντρο μιας νέας αντιπαράθεσης μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να ενισχύσει την παραγωγική της βάση, να επιταχύνει την πράσινη μετάβαση και ταυτόχρονα να περιορίσει την εξάρτησή της από εισαγωγές, όμως οι δύο μεγαλύτερες βιομηχανικές οικονομίες της Ευρώπης διαφωνούν για το πόσο προστατευτική θα πρέπει να είναι η νέα πολιτική. Στο επίκεντρο βρίσκεται το Industrial Accelerator Act (IAA) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ένα νέο πλαίσιο που φιλοδοξεί να συνδέσει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας με τη μείωση των εκπομπών άνθρακα. Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τον κατασκευαστικό κλάδο, καθώς μεταξύ των προτάσεων περιλαμβάνονται μέτρα για την ενίσχυση της ζήτησης ευρωπαϊκών και χαμηλών εκπομπών υλικών, όπως το τσιμέντο, το αλουμίνιο και ο χάλυβας.
Η Ευρώπη θέλει να ξαναβάλει τη βιομηχανία στο επίκεντρο
Το Industrial Accelerator Act αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες της δεύτερης θητείας της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και κινείται στη λογική των προτάσεων της έκθεσης Ντράγκι για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας. Ένας από τους βασικούς στόχους είναι να αυξηθεί το μερίδιο της μεταποίησης στην οικονομία της ΕΕ από περίπου 14% σήμερα στο 20% έως το 2035. Για να επιτευχθεί αυτό, η Κομισιόν εξετάζει μεταξύ άλλων την επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων για βιομηχανικές επενδύσεις, τη μείωση της γραφειοκρατίας και τη δημιουργία μεγαλύτερης ζήτησης για προϊόντα με χαμηλό ανθρακικό αποτύπωμα. Η τελευταία παράμετρος έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για τις κατασκευές. Οι δημόσιες προμήθειες μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλός δημιουργίας αγοράς για προϊόντα χαμηλών εκπομπών, δίνοντας στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ένα ισχυρότερο κίνητρο για επενδύσεις στην πράσινη παραγωγή.
Τσιμέντο, αλουμίνιο και χάλυβας στο επίκεντρο
Σύμφωνα με την υπό συζήτηση πρόταση, συγκεκριμένα δημόσια έργα θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν υποχρεωτικές ποσοστώσεις για τη χρήση ευρωπαϊκού τσιμέντου και αλουμινίου. Η λογική είναι διπλή: από τη μία πλευρά να δημιουργηθεί σταθερή ζήτηση για ευρωπαϊκά προϊόντα και από την άλλη να ενισχυθεί η παραγωγή υλικών με χαμηλότερο αποτύπωμα άνθρακα. Πιο σύνθετη είναι η περίπτωση του χάλυβα. Η αρχική πρόταση προέβλεπε ότι το 25% του χάλυβα που θα χρησιμοποιείται σε ορισμένα δημόσια έργα θα πρέπει να είναι χαμηλών εκπομπών, χωρίς όμως να απαιτείται να έχει παραχθεί στην Ευρώπη. Η συγκεκριμένη επιλογή προκάλεσε αντιδράσεις από την ευρωπαϊκή χαλυβουργία, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος οι δημόσιες προμήθειες να κατευθυνθούν σε εισαγόμενο «πράσινο» χάλυβα, αντί να ενισχύσουν την ευρωπαϊκή παραγωγική βάση.
Η γαλλική πρόταση για ισχυρότερο «Made in Europe»
Το Παρίσι τάσσεται υπέρ αυστηρότερων κανόνων που θα δίνουν προτεραιότητα στα ευρωπαϊκά προϊόντα. Η γαλλική προσέγγιση συνδέεται με την ανάγκη προστασίας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας από τον διεθνή ανταγωνισμό και, κυρίως, από προϊόντα που εισάγονται σε χαμηλότερες τιμές από μεγάλες βιομηχανικές οικονομίες όπως η Κίνα. Για τη Γαλλία, η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να περιορίζεται στη μείωση των εκπομπών. Θα πρέπει παράλληλα να δημιουργεί ευρωπαϊκή παραγωγή, επενδύσεις, θέσεις εργασίας και αλυσίδες εφοδιασμού. Με άλλα λόγια, το ζητούμενο είναι μια πράσινη βιομηχανική πολιτική που θα κάνει το «Made in Europe» βασικό συστατικό της ενεργειακής και κλιματικής μετάβασης.
Γιατί το Βερολίνο κρατά αποστάσεις
Η Γερμανία εμφανίζεται πιο επιφυλακτική απέναντι σε μια έντονα προστατευτική ευρωπαϊκή πολιτική. Η γερμανική οικονομία έχει ισχυρό εξαγωγικό προσανατολισμό και το Βερολίνο ανησυχεί ότι μια πολιτική τύπου «Buy European» θα μπορούσε να οδηγήσει σε εμπορικά αντίποινα από άλλες οικονομίες. Έτσι, η γερμανική προσέγγιση δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και στην αποφυγή μέτρων που θα μπορούσαν να αυξήσουν υπερβολικά το κόστος για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Η διαφωνία, επομένως, δεν αφορά μόνο το αν η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερη βιομηχανική προστασία. Αφορά και το πώς θα επιτευχθεί η ισορροπία μεταξύ πράσινης μετάβασης, ανταγωνιστικότητας και ανοιχτού εμπορίου.
Το κρίσιμο δίλημμα για την πράσινη βιομηχανία
Η συζήτηση για το Industrial Accelerator Act αποτυπώνει ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό δίλημμα. Η ΕΕ θέλει να αυξήσει την παραγωγή της και να μειώσει τις εκπομπές της, όμως η μετάβαση σε καθαρότερες τεχνολογίες και υλικά συνεπάγεται συχνά υψηλότερο κόστος. Εάν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις υποχρεωθούν να χρησιμοποιούν αποκλειστικά ή σε μεγάλο βαθμό ευρωπαϊκά προϊόντα χαμηλών εκπομπών, το κόστος ορισμένων έργων μπορεί να αυξηθεί. Εάν, αντίθετα, η Ευρώπη επιλέξει αποκλειστικά το χαμηλότερο κόστος ανεξάρτητα από την προέλευση, υπάρχει ο κίνδυνος να αποδυναμωθεί η ίδια η ευρωπαϊκή παραγωγική βάση. Μια συμβιβαστική προσέγγιση που βρίσκεται στο τραπέζι επιχειρεί να συνδέσει τις απαιτήσεις για χαμηλές εκπομπές με τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου και την πρόσβαση των προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα μπορούσε να έχει τη δυνατότητα προσαρμογής των ποσοστώσεων όταν αυτές οδηγούν σε σημαντική αύξηση του κόστους ή δημιουργούν κινδύνους για την ανταγωνιστικότητα και την ασφάλεια εφοδιασμού.
Οι κατασκευές στο επίκεντρο της νέας βιομηχανικής πολιτικής
Για τον κλάδο των κατασκευών, η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία. Το τσιμέντο, ο χάλυβας και το αλουμίνιο αποτελούν βασικά υλικά για μεγάλα έργα υποδομών και κτιριακές κατασκευές. Η αλλαγή των κανόνων για τις δημόσιες προμήθειες μπορεί επομένως να επηρεάσει άμεσα τόσο το κόστος όσο και τα κριτήρια επιλογής υλικών στα έργα. Ταυτόχρονα, η δημιουργία μιας ισχυρής αγοράς για προϊόντα χαμηλών εκπομπών μπορεί να επιταχύνει την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών και παραγωγικών μοντέλων στην ευρωπαϊκή βιομηχανία δομικών υλικών. Το ζητούμενο για την Ευρώπη είναι να πετύχει μια δύσκολη ισορροπία: να παράγει περισσότερο εντός της ΕΕ, να παράγει καθαρότερα και να παραμείνει ανταγωνιστική στις διεθνείς αγορές.




